• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
break off vi phrasal (become detached)σπάω ρ αμ
Σχόλιο: Ο αγγλικός όρος αναφέρεται σε κάτι που σπάει και χωρίζεται από το αντικείμενο στο οποίο ανήκει.
 The door handle became loose and eventually broke off.
 Το χερούλι της πόρτας χαλάρωσε και εντέλει έσπασε.
break [sth] off vtr phrasal sep (snap, detach) (αφαιρώ κομμάτι)κόβω ρ μ
  σπάω ρ μ
 Olga broke off a large piece from the chocolate bar.
 Ο Όλγα έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι από τη σοκολάτα.
break [sth] off vtr phrasal sep figurative, informal (terminate) (μεταφορικά)διαλύω ρ μ
  διακόπτω ρ μ
 Matt and Glenda have decided to break off their engagement.
 Ο Ματ και η Γκλέντα αποφάσισαν να διαλύσουν τον αρραβώνα τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
break it off v expr informal (relationship: end)τελειώνω μία σχέση εκφρ
 Sarah and John were going to get married next month, but she found he was having an affair and broke it off.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση off break στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «off break».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!